Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Οι ηρωικοί ψαράδες που σώζουν ζωές στη Λέσβο





Μέχρι τώρα, το 2015, πάνω από 200.000 πρόσφυγες έχουν έρθει στη Λέσβο, στο βορειοανατολικό Αιγαίο, το πιο συνηθισμένο σημείο εισόδου στην Ελλάδα για εκείνους που προσπαθούν να γλιτώσουν από τον πόλεμο στη Συρία. Το θαλάσσιο ταξίδι από την Τουρκία στη Λέσβο διαρκεί μόνο μία ώρα αλλά είναι επικίνδυνο και, πολύ συχνά, θανατηφόρο.

Οι κακής ποιότητας φουσκωτές βάρκες, στις οποίες στριμώχνονται οι πρόσφυγες από τους λαθρέμπορους, είναι πάντα πιο γεμάτες από ό,τι μπορούν να μεταφέρουν και συχνά βυθίζονται σε κακές καιρικές συνθήκες. Μερικές φορές, Τούρκοι ληστές που απαιτούν χρήματα, όπως λένε οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εμποδίζουν τις βάρκες να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ενήλικες και παιδιά πνίγονται εβδομαδιαίως.
Εκατοντάδες νεαροί Ευρωπαίοι εθελοντές πηγαίνουν στο νησί κάθε μήνα για να βοηθήσουν τους πρόσφυγες να βγουν από τις βάρκες που είναι στη μέση του πελάγους, να παράσχουν τροφή, καταφύγιο και μετακίνηση. Ωστόσο, κάποιοι από τους λιγότερο γνωστούς ανθρωπιστές σε αυτή την κρίση είναι από το ίδιο το νησί. Έλληνες ψαράδες σώζουν πρόσφυγες από τη θάλασσα εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία και με τον αριθμό των μεταναστών που διασχίζει τη θάλασσα να αυξάνεται αυτό το καλοκαίρι, αυξήθηκε σημαντικά και ο ρόλος του.
«Βοηθάμε τους πρόσφυγες εδώ και δέκα χρόνια», λέει ο ψαράς Θανάσης Μαρμαρινός. Οπως λέει, έρχονται στη Λέσβο από το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Σομαλία, την Ερυθραία και άλλες χώρες από το 2005 και ο αριθμός τους αυξομειώνεται από τότε - αλλά έφθασε σε πρωτοφανή επίπεδα τη φετινή χρονιά. Το 2007, για παράδειγμα, εκτιμάται ότι έφθασαν στη Λέσβο, στη Σάμο και τη Χίο συνολικά 10.000 πρόσφυγες, συγκριτικά με τους κατ' εκτίμηση 220.000 πρόσφυγες που έφθασαν φέτος μόνο στη Λέσβο.
«Στο παρελθόν, επειδή ήταν παράνομο να εισέρχεσαι στο νησί με βάρκα, οι άνθρωποι έκαναν τη μισή διαδρομή και στη συνέχεια κατέστρεφαν τις βάρκες τους», λέει ο Θανάσης. «Πηγαίναμε να τους σώσουμε όταν βρίσκονταν στο νερό». Σήμερα, λέει, δεκάδες από τις πολλές βάρκες που φθάνουν κάθε μέρα είναι τόσο γεμάτες από κόσμο που είναι πολύ βαριές και πλημμυρισμένες με νερό ακόμα και για να φθάσουν στο νησί.
Οι μηχανές των βαρκών είναι φθηνές και συχνά χαλάνε. Οι Έλληνες λιμενικοί διασώζουν όσους περισσότερους μπορούν, λέει ο Θανάσης, αλλά με μόνο δυο σκάφη απόκρισης, έχουν φθάσει στα όριά τους. «Βοηθάμε τις βάρκες κάθε νύχτα. Η ελληνική ακτοφυλακή δεν έχει πολλά πλοιάρια και δεν μπορούν να καλύψουν όλη τη θάλασσα. Γι' αυτό βοηθάμε».
Ο Θανάσης είναι 62 ετών και ψαρεύει εδώ και πέντε δεκαετίες. Ζει λίγες εκατοντάδες μέτρα από το λιμάνι και ρίχνει μια ματιά με τα κιάλια του όταν είναι στα ανοιχτά και ψαρεύει ή από το λιμάνι. Εάν δει κάποια βάρκα όπου υπάρχει πρόβλημα, ειδοποιεί τους άλλους ψαράδες και την ακτοφυλακή και έπειτα πηγαίνει να βοηθήσει. «Όταν βρίσκω τη βάρκα, λέω "Πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά". Αλλά, συχνά οι άνθρωποι πανικοβάλλονται και όλοι προσπαθούν να ανέβουν», λέει. Πηγαίνει τις γυναίκες και τα παιδιά στο λιμάνι με το δικό του πλοιάριο και έπειτα επιστρέφει και ρυμουλκεί τη βάρκα με τους υπόλοιπους. «Μερικές φορές φοβάμαι να πάω να βοηθήσω, μιας και συχνά όλοι οι νέοι άνδρες που είναι στις βάρκες προσπαθούν να ανέβουν στη δική μου και υπάρχει κίνδυνος η βάρκα μου να γεμίσει πάρα πολύ. Είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα», λέει.
Ο Θανάσης εργάζεται στη Σκάλα Συκαμινιάς, τη μικρή πόλη-λιμάνι στη βόρεια ακτή του νησιού, το πλησιέστερο σημείο από εκεί όπου φθάνουν οι βάρκες με τους πρόσφυγες. Η βάρκα του είναι μία από τις τέσσερις εκ των τριάντα που χρησιμοποιούνται τακτικά για να σωθούν πρόσφυγες. «Μερικοί από τους ψαράδες είναι ρατσιστές. Δεν θέλουν να έρθουν οι Σύροι», λέει ο Θανάσης. «Μια φορά είδα ψαρά με μεγάλη βάρκα να γελάει όταν είδε πως υπήρχε πρόβλημα σε βάρκα με πρόσφυγες. Υπάρχουν πάντα διαφωνίες μεταξύ των ψαράδων που βοηθούν και των ψαράδων που δεν βοηθούν».
Ο Κώστας Πιντέρης, 40 ετών, είναι ένας άλλος ψαράς που βοηθάει τακτικά τις βάρκες των προσφύγων. Θέλει να βοηθήσει, αλλά αυτό έχει ψυχολογικό κόστος. «Βρίσκουμε πτώματα στο νερό και στις παραλίες», λέει. «Πριν από έναν μήνα, στην παραλία Τσόνια ξεβράστηκε μια γυναίκα. Ενας από τους ψαράδες είπε "Χρειάζομαι ψυχίατρο. Δεν μπορώ πια να βλέπω αυτά τα πτώματα". Εάν κάτι πάει στραβά, νιώθεις ένοχος. Όλα μπορούν να συμβούν».
Είναι 8 μ.μ. στο λιμάνι Σκάλα Συκαμινιάς, όταν ο Κώστας δέχεται τηλεφώνημα από την ελληνική ακτοφυλακή· εντοπίστηκε μια βάρκα περίπου ένα μίλι στα ανοιχτά, που δεν κινείται. Ζητούν από τον Κώστα να πάει και να δει τι γίνεται. Τρέχουμε στη μικρή ψαρόβαρκά του. Περίπου δέκα λεπτά από το λιμάνι, περνάει πίσω μας μια βάρκα - δείχνουν πίσω τους μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Προς τα εκεί, λένε. Βρίσκουμε τη βάρκα που έχει πρόβλημα· έχει γεμίσει με πολύ νερό και δεν κινείται. Ρίχνουν στον Κώστα ένα σχοινί και τους ρυμουλκούμε πίσω στο λιμάνι. Οι άνθρωποι στη βάρκα πίσω μας δείχνουν τρομοκρατημένοι, καθώς το πλοίο παρεκκλίνει από τη μια στην άλλη πλευρά. Όμως, καθώς μπαίνουμε στο λιμάνι, ο τρόμος μετατρέπεται σε γιορτή. Οι άνθρωποι χαιρετάνε και ζητωκραυγάζουν. Εθελοντές βοηθούν ανθρώπους να βγουν από τη βάρκα και να δώσουν κουβέρτες έκτακτης ανάγκης. «Ζωή», λέει ο Κώστας ανασηκώνοντας τους ώμους του.
Ο Κώστας λέει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) δεν κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η Frontex, μια κοινή επιχείρηση από αρκετές χώρες για τον συντονισμό της αστυνόμευσης των συνόρων της Ε.Ε., είναι ο μόνος από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς που εργάζονται στη Λέσβο.
«Τον Σεπτέμβριο, ανέφερα ένα περιστατικό στην ακτοφυλακή», λέει. «Ένας άνδρας ήταν μες στη θάλασσα για μισή ώρα. Σκάφος της Frontex ήταν δίπλα του, χωρίς να κάνει τίποτα. Είπα στην ελληνική ακτοφυλακή "Τι κάνει η Frontex; Υπάρχει άνδρας που θα πεθάνει. Γιατί απλά παρατηρούν;". Μετά από μισή ώρα, μπήκα στη θάλασσα και έσωσα μόνος μου τον άνθρωπο. Γιατί είναι εκεί η Frontex; Παίρνουν λεφτά. Γιατί; Για να παρακολουθούν ανθρώπους να πεθαίνουν;».
Με την ακτοφυλακή να έχει φθάσει στα όριά της και την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει ελάχιστα να βοηθήσει, οι ψαράδες είναι η τελευταία ελπίδα υποστήριξης για τις βάρκες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα και εκείνοι έχουν λίγο ή καθόλου υποστήριξη.
«Κανένας δεν βοηθά ποτέ. Κανένας δεν δίνει ποτέ τίποτα», λέει ο Κώστας. «Έπρεπε να πληρώσω 200 ευρώ για να πάρω ένα καινούριο αδιάβροχο τηλέφωνο, διότι η ακτοφυλακή τηλεφωνεί όλη την ώρα. Αλλά, δεν περίμενα τίποτα. Βοηθάμε επειδή είμαστε άνθρωποι. Το βλέπουμε να γίνεται μπροστά μας. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε».
Τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα όταν έρθει ο χειμώνας και η θάλασσα γίνει πιο άγρια, λέει ο Θανάσης. «Φοβάμαι τη μέρα που ο καιρός θα είναι κακός και δεν θα μπορώ να πάω να βοηθήσω. Έχουμε μόνο μικρές βάρκες και όταν έχει κακοκαιρία δεν μπορούμε να πάμε. Δεν θέλω να έρθει αυτή η μέρα. Φοβάμαι τόσο για τη ζωή των προσφύγων όσο και για τη δική μου όταν έρθει αυτή η μέρα».